Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Om. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Om. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Charmant souvenir

Οι αναμνήσεις με βαραίνουν. Μάλλον γέρασα. Δυσκολεύομαι να είμαι στο "τώρα" - ν' αγκαλιάσω το παρόν. Λογαριασμοί παλιοί, πίκρες πολυκαιρισμένες μαζεύτηκαν και μού γνέφουν. Και καθόλου ενθαρρυντικά.
Δυσκολεύομαι, Κύριε...
Σήμερα θα ήταν η γιορτή του νεκρού φίλου μου. Κι' η δική μου.
Les pêcheurs de perles I.4: Je crois entendre encore
(G. Bizet, 1863, J. Björling, 1945)

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Η αναχώρηση του Φ.

Τις νύχτες μου στοιχειώνει ο θρήνος γυναικών.
Η μικρή Κ. κοιμάται ανήσυχα: ένα παγωμένο δόντι σφήνωσε στο στήθος της και δε λέει να βγει. Η Α. στριφογυρίζει στη γειτονιά, το σπίτι, το άδειο κρεββάτι. Πασχίζει ν'απασχολήσει το μυαλό με τό'να και τ'άλλο, να ξεχνιέται. Η Κ. η μεγάλη, η μάνα, χαμένη. Δε θυμάται πια αν είναι ζωντανή ή νεκρή η ίδια. Ούτε τί διαφορά τής κάνει.
Κι'οι άλλοι, κακομαθημένοι στην ήρεμη δύναμη της φιλίας του, μείναμε εγκλωβισμένοι. Έτσι που άπλωσε την καρδιά του, κιμπάρικα και λεβέντικα, μάς ανάγκασε να τον αγαπήσουμε και τώρα, άδειοι και σαστισμένοι, ν'απορούμε πώς και γιατί τον αποχαιρετάμε. Το παλιόπαιδο!
Rinaldo I.7: Cara sposa
(G.F. Handel, 1711, N. Stutzmann, 1992)

Καπνιζόντων: Jūgyū

Καπνός
Στην αρχή στριμώχνεται. Τσουρουφλίζεται. Ευτυχώς, η έξοδος είναι κοντα: βγαίνει απ' τον αυλό του τσιγάρου, απλώνεται. Από κάπου ψηλά έρχεται ένα φως - καλοδεχούμενο. Δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του. Τα μέλη του, λίγα και φτενά αλλά παρεξηγιάρικα, αρχίζουν τους τσακωμούς: όχι να πάμε από δω - όχι από κει. Σύντομα σκορπάνε. Σε λίγο, χάνονται. Λίγο - αλλά άξιζε, πάντως.
Αέρας
Αόρατος και φρέσκος, παραμερίζει με χάρη για να δώσει στον καπνό το χώρο του, τον αγκαλιάζει, τον φωτίζει. Έχει υπομονή, τράτο - είναι άρχοντας. Κάθε τουλίπα είναι μια ευκαιρία να ακήσει τη γεναιοδωρία του. Για λίγο κάθε φορά: όσο κρατάει η φευγαλέα συνάντησή τους.
Ένα
Τι θάταν ο καπνός χωρίς τον αέρα - ή το αντίστροφο; Ή το "μετά" αν δεν υπήρχε το "πριν"; Ο ήχος χωρίς τη σιωπή; Η ύλη χωρίς το κενό; Η ζωή, στην τελική, θα μπορούσε να γραφεί αλλού - παρά στον καμβά του θανάτου;
Von ewiger Liebe (J. Brahms, 1864)

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Καπνιζόντων: Bāb ul-'Aymān

A deadly fire has swept through a clothes factory in Bangladesh's capital, Dhaka, killing at least 110. Many employees fleeing the flames on the first floor were trapped in the top of the building. Since 2006, more than 600 people have died in fires, because of lack of safety standards in crowded factories.
International news, Nov. 2012

Μωχάμαντ, ἐτῶν 16. Στὶς μηχανὲς τοῦ τρίτου, γάζωνα ἕνα πουκάμισο ὅταν ἄκουσα «Φωτιά, φωτιά!». Ὁ καπνὸς ἁπλώθηκε πιὸ γρήγορα κι' ἀπ' τὶς φωνές. Πηχτὸς καὶ πυρωμένος. Σκοτείνιασε, δὲν ἔβλεπα τίποτα - οὖτε μποροῦσα ν' ἀνασάνω.
Νισάτ, ἐτῶν 12. Ἔψαξα τὸ χέρι τοῦ Μαροῦφ πλάϊ μου, ἀλλὰ βρῆκα μόνο φλόγες. Τὁ στῆθος μου πονοῦσε. Πολύ - ἡ λἀβρα μοῦ στόμωνε τὰ μάτια. Δὲν ἄντεχα ἄλλο. Ἔνιωσα - παρὰ εἶδα - στὸ βάθος ἕνα παράθυρο. Ρίχτηκα στὰ τυφλά.
Αλί, ἐτῶν 17. Ὅταν φτάσαμε, ὁ Ἄγγελος στὸ φυλάκιο εἶχε μόλις ἀνάψει τσιγάρο. Μᾶς εἶδε ἀπό μακρυά, τό ἔσβησε καὶ φώναξε τοὺς Άρχάμ. Παρατάχθηκαν σὲ δυὸ γραμμές, σὰ δρόμος, καὶ περάσαμε ἔνας-ἔνας ἀνάμεσὰ τους. Ὁ ἵδιος (εἰρήνη καὶ εὐλογία Κυρίου μαζὶ του) στάθηκε νὰ μᾶς ὑποδεχτεῖ στὸ τέλος τῆς σειρᾶς.
Ὁ Ἄγγελος τῆς Ἕβοδμης Θύρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ Bāb ul-'Aymān, ἡ Πύλη τοῦ Δίκαιου. Έδῶ ἔρχεται ὁ ἀθῶος, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει νὰ δικαστεῖ - διότι ὁ Κύριος, ὁ ἑξόχως Ἐλεήμων, ὁ Φιλεύσπλαχνος, εἶδε τὴν άδικία καὶ τὴ σκληρότητα τῶν ἀνθρώπων καὶ τόν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς κρίσης Του. Γι'αὑτό, σήμερα σᾶς λέμε «Ἡ εἰρήνη μαζὶ σας. Ὅτι καλῶς πράξατε· καὶ τῶρα εἰσέλθετε γιὰ νὰ κατοικεῖτε έδῶ αἰώνια».
Mélodies du Paradis (Hassan Haffar & Aleppo Munsheds, 1995)

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Τίποτα πιο εκλεκτό.

Οι νεκροί, λέει το πρωτόκολλο, δεν είναι «κύριοι»: μετά θάνατο δεν έχουν τη δυνατότητα (ή και το φορτίο, αν θέλετε) της επίγειας κυριότητας – της ιδιοκτησίας. Όμως, για μένα, ο Θανάσης Βέγγος θα είναι πάντα κύριος: μια θέση στη μνήμη μου, ένα γλυκό και αθώο μέρος, τού ανήκει. Μέρος φωτεινό και ξεχωριστό, η κυριότητα του οποίου αποδόθηκε στον κ. Βέγγο με πολυετή χρησικτησία.
Κύριε Βέγγο, λοιπόν, ψάχνω να βρω τρόπο να σας αποχαιρετίσω από δω. Μού’ρχεται να σωπάσω – τα λόγια είναι φτώχια και δεν αρμόζουν στην Εξοχότητά Σας. Θέλω και να μιλήσω, να εμποδίσω τη λήθη - τον αληθινό θάνατο - να σάς αγγίξει στο ελάχιστο.
Έτσι, παγιδευμένος σ'αυτήν την αντινομία, τώρα νιώθω ακόμη έντονα πόσο θα μου λείψετε. Εσείς φύγατε κι’εγώ αυτή σας την τέχνη – της υπέρβασης του αδιέξοδου μέσα από το τσαλάκωμα του "εγώ", της απελευθέρωσης μέσα από τον απελπισμένο αυτοσαρκασμό – ακόμα δεν την έμαθα.
Άλλα έτσι είναι ο δάσκαλος ο καλός: δεν αφήνει ευκαιρία να δώσει άλλο ένα, τελευταίο, μάθημα.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Take my hand

Because of its tremendous solemnity, death is the light in which great passions, both good and bad, become transparent, no longer limited by outward appearences.
A human being's eternal dignity lies precisely in this, that he can gain a history. The divine in him lies in this, that he himself, if he so chooses, can give this history continuity, because it gains that, not when it is a summary of what has taken place or has happened to me, but only when it is my personal deed in such a way that even that which has happened to me is transformed and transferred from necessity to freedom. What is enviable about human life is that one can assist God, can understand him, and in turn the only worthy way for a human being to understand God is to appropriate in freedom everything that comes to him, both the happy and the sad.
Søren Kierkegaard, “Either-Or”

Mrs B. arranged the flowers in the vase. She stared at the early winter sky outside: thick and flat, filling the window like a grey-brown store. She turned and drew her chair closer to the bed the man was lying on, half-crouched. She sent him a smile. “It looks we are in for some snow”, she said, softly. He smiled back, his eyes flashing a sparkle of wit. “Hope Tommy brings back my snow-shovel in time.”
Of course; that was him. Like he would ever scoop the snow again – or anything else, for that matter. Like these weren’t his last days under the sun. Like his body was not falling apart in watery shambles. But, then again, here lies the truth: a dying body – not a dying man.
“He’d better!” she giggled “or he’ll be in reeeal trouble.” Bending over to stroke his hair, she felt a strange lightness, a freshness blowing through her chest.
Here they were: two lovers taking a calm evening stroll. He would offer his arm. She would lean on and let him lead the way. Through an orchard of graceful trivia; of days well spent. Of life - serenely in its place. Of death - as it is.
Her other man (passed away three years now) was like this, too. Same fabric: solid and present. Caring. Filling the place as best he could.
The man was now breathing regularly. She stood up and paced towards the door. “Sleep well, my dear” she whispered. “And thank you” – under the quiet rain watering her cheeks.
Slow Marching Band (Jethro Tull)

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Veritas curat: Χαίρεσθε

Όμορφη μέρα. Εδώ και κάμποσο καιρό σκέφτομαι (!) τις γυναίκες. Υπέροχα πλάσματα! Αναρωτιέμαι αν θυμόμαστε τί σημαίνει "γυναίκα" - για τον καθένα και για όλους μας. Και - ιδίως - αν οι ίδιες οι γυναίκες θυμούνται πώς και πόσο αξίζουν να αγαπηθούν. Γενικά; Ναι, έτσι γενικά. Τόσο γενικά. Και ειδικά, βεβαίως-βεβαίως :)
Ίσως ο εξισωτικός (ή ισοπεδωτικός) πολιτισμός μας έχει στριμώξει τις γυναίκες σε σημείο να ξεχνούν ή και να αρνούνται την αξία και τη μοναδικότητά τους. Ίσως και τους άνδρες να μάς έχει αποπροσανατολίσει άλλο τόσο (να τα λέμε κι'αυτά...) Και όλοι μαζί να σπαταλάμε ενέργειά για να ξαναβρούμε θεμελιώδεις αλήθειες - "τον τροχό".
Ακούστε: απλά πράγματα. Τό'πε ξεκάθαρα το αγγελούδι: χαίρε, ευλογημένη. Το είδαμε - την πρώτη στιγμή που ανοίξαμε τα μάτια μας. Το θυμίζει ζεστά στα Σλάβικα και η Divna Ljubojevic, με τη γενναιόδωρη λαλιά της. Radujsja - χαρείτε.
Λουκ. 1:28 (Divna Ljubojevic)

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Στόκχολμ σύντρομ

Το Σεπτέμβρη βρέθηκα στην πόλη της Στοκχόλμης. Όμορφη πόλη. Φωτεινή – παρά την κακή φήμη για το βόρειο κλίμα (που τη θέλει ψυχρή και σκοτεινή), με υποδέχτηκε με ήλιο. Και βροχή – είναι αλήθεια. Αλλά βροχή γλυκειά, ήπια, γελαστή. Αυτή που παίζει με τους ανθρώπους (και με τα νεύρα των Μεσογειακών κακομαθημένων σαν του λόγου μου).
Παλιά, σε χώρες φοβισμένες και καχύποπτες (πάνε αυτά – τώρα είμαστε καμαρωτή Ευρώπη), οι συνοριακοί φύλακες ρωτούσαν βαριεστισμένα το σκοπό της επίσκεψης "what is the purpose of your trip – business or pleasure?" "Pleasure – always pleasure" θα απαντούσα, πάντως. Διότι είναι πάντα χαρά να βρίσκομαι σ’αυτήν την πόλη – και αυτή τη χαρά δεν θα’θελα να μού τη στερήσω. Ούτε να την κρύψω.
Έχω πολλούς λόγους να αγαπώ τη Στοκχόλμη. Έχει πολλούς συμπαθητικούς ανθρώπους (α, ναι – επίσης και πολλές όμορφες γυναίκες :) Πολλά και ωραία ποδήλατα – πράγμα ευχάριστο για κάθε ποδηλατό-εξαρτημένο. Και πρασινάδες – πλούσιες και θαλερές.
Η Στοκχόλμη αγαπάει το φως: όλα στην πόλη είναι ρυθμισμένα για να συλλάβουν το φως και, στη ζωντάνια του, να αναδειχθούν. Είναι ένας τόπος που υμνεί το φώς – μια υπενθύμιση της μοναδικής αξίας του. Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε.
Όχι οτι τελικά δεν ξεχνιόμαστε, βέβαια. Ξεχνιόμαστε, ξεχνιόμαστε... Διότι η Στοκχόλμη είναι επίσης πόλη που χάνεσαι. Εγώ, δηλαδή. Για παράδειγμα: δεν κατάφέρνω να τηρήσω ραντεβού. Κάτι ο καλός καιρός, κάτι τα φορτωμένα προγράμματα, κάτι η σουηδική τηλεφωνία που δεν με συμπαθεί (παραμένω μεγαλόθυμος - δεν κρατάω κακία στον Lindman ), η Στοκχόλμη με προτρέπει να (ανα)γνωρίζω το μοναχικό εαυτό μου. Εν τη σοφία της –και με τον τρόπο της- μου προσφέρει ακόμη μια ευκαιρία να ξεχαστώ και να με ξανα-αναζητήσω. Ενδεχομένως.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Sea of tears

Twenty million people are left homeless and six million face imminent starvation, with little or no locally produced food available for at least the next two years.The sixth most populous country in the world - with 170 million people - stuggles to recover from a flood that literally submerged one-third of the nation under water, while, in a cruel twist of fate, leaving many without fresh drinking water.
International news, July 2010

First we were poor but had honour. Now we are beggars and have no shame.
Anonymous Pakistani family man, Aug. 2010

Οι πλημμύρες στο Πακιστάν ρήμαξαν μια έκταση του μεγέθους της Ιταλίας. Χιλιάδες χάθηκαν και σχεδόν 20 εκατομμύρια άνθρωποι απειλούνται από κακουχίες, ασιτία, επιδημίες, κοινωνικη διάλυση. Από το δέος και το φόβο - τους φονιάδες της ψυχής.
Εδώ μαίνεται ο πραγματικός "πόλεμος κατά της τρομοκρατίας": της απόλυτης, της κυνικής, της ολοκληρωτικής. Της βίας που σκοτώνει με τον τρόμο και την αδιαφορία. Με τη διαγραφή. Με την άρνηση της αξιοπρέπειας και τη στέρηση του ανθρώπινου (αυτο)σεβασμού.
Πόσο μας κοστίζει να αναγνώρισουμε οτι αυτοί οι μακρινοί και μαυριδεροί ξεσπιτωμένοι είναι άνθρωποι - σαν εμάς; Κι'όμως: η πικρή αλήθεια είναι οτι συχνά (επιλέγουμε να) αγνοούμε την ύπαρξή τους. Στην προηγμένη, πολιτισμένη και βολεμένη κοινωνία μας περισσεύουν. Το "παγκοσμιοποιημένο" χωρίο μας δεν τους χωράει.
Εκείνοι όμως μας χωράνε. Και - ας μην μας παραξενέψει - ίσως, κάπου-κάπου προσεύχονται για μάς. Όπως ο Nusrat Fateh Ali Khan σ'αυτόν τον απογειωτικό αυτοσχεδιασμό qawwali.

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Καπνιζόντων: Aeolian spirits

Απόγευμα, πριν λίγο καιρό, μετασταθμεύοντας σε δρόμους υπόγειους, είπα να πιώ έναν καφέ (με τσιγάρο, εννοείται) στο Μοναστηράκι. Αρχικά, κάθησα πλάι σε μια παρεα ξένων, αλλά τα βλέμματά τους μού έδωσαν να καταλάβω οτι ο καπνός ενοχλεί και άλλαξα θέση - απομακρύνθηκα.
Η νέα θέση μ'έφερε φάτσα-κάρτα με το χαμόγελο του Στρατή. Μελαχροινός, δεμένος και μάτι διψασμένο για παρέα. Καβούρια είχε η καρέκλα του: στριφογυρνούσε, κοίταζε, απηύθυνε το λόγο στο προσωπικό του καφενείου, το αφεντικό, τους θαμώνες, τους περαστικούς που μπαινόβγαιναν.
Μπήκα στο οπτικό του πεδίο. Με πέρασε μια ταχεία αξονική και με ρώτησε κάτι για το μετρό - εκείνες τις μέρες οι ώρες λειτουργίας ήταν άτακτες λόγω απεργιών. "Και πώς σ'λιέν φίλ'; Γιώργο. Α, ωραία - ιγώ'μ' ου Στρ'τής" - μύρισε Λέσβο το μαγαζί. Αιολία κι πάσης (Μεγάλης) Ελλάδος..
Κουβέντα στην κουβέντα βρεθήκαμε να ξεκαπακώνουμε (τί άλλο;) ούζα Μυτιλήνης. Και ξανά-ούζα και δώστου-τράβα συζήτηση. Περαστικός" στην Αθήνα - ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά και "ευτυχώς τον μεταφέραμε γρήγορα σε νοσοκομείο εδώ". Ζόρικα τα πράγματα – οι γιατροί σκοτεινιάζουν σαν δίνουν νεα. Είναι και ο αδελφός του κοντά (μικρότερος αλλά μέγεθος ντουλάπα τρίφυλλη και σκληρός σα μαντέμι) -κάνουνε αποστολές οι δυό τους Λέσβο-Αθήνα να παραστέκονται στον πατέρα.
Κάτσαμε ως αργά. Σχολείο. Ο Στρατής παρέδινε μαθήματα από τη σοφία των απλών, καθαρών ανθρώπων. Ξεκούκκιζε τις κουβέντες σα κεχριμπαρένιες χάντρες: διάφανες και γήινες. Ο πατέρας του άντρας του παλιού καιρού: έκανε τα δικά του στα νιάτα του και μετά έδεσε και στρώθηκε να ασχοληθεί με οικογένεια. Και κορώνα του η κυρά και τα τρία τους παιδιά. Σωστός!
Το παράπονο του Στρατή είναι με τους ανθρώπους στην Αθήνα. Ακατανόητο: δεν τού μιλάνε. "Είμ' κι μαύρους-μαύρους - γύφτους!" είπε πικρογελώντας. "Να, προχθές ρώτ'σα μια κοπελιά το δρόμο κι'ούτ' μ'απάντ'σι ". Του ματώνει την καρδια αυτή η ξενιτειά, οι κλειστές φάτσες. "Στο νησί τους ξέρω όλους, μιλάω με όλους. Είμαι ο Στρατής – άνθρωπο δεν έχω βλάψει – και η οικογένειά μου όλα τα παλεύει".
Πάρτα (παπάρα!) Ν'ανοίξει η γή να με καταπιεί – τον "Αθηναίο". "Φοβούνται, στην Αθήνα", του είπα. Έτσι είναι. Μας έχει σκοτώσει ο φόβος πριν την ώρα μας. Και δεν ξέρουμε και γιατί, ρε γαμώτο. Δεν ξέρουμε τί ακριβώς ρισκάρουμε – τα χάλια μας;
Αυτά Στρατή. Αυτά και στην υγειά σου.
Κάνε τσιγάρο.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Ως αληθώς

Από Εκείνην τρυγήσαμε το σταφύλι της ζωής. Από Εκείνην γεωργήσαμε το σπόρο της αθανασίας. Για χάρη μας, έγινε διαμεσολαβήτρια κάθε ευλογίας. Δι' Εκείνης, ο Θεός έγινε άνθρωπος - και ο άνθρωπος Θεός.
Ιωάννης Δαμσκηνός. Β' Εγκώμιος λόγος της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Χρόνια Πολλά. Η Παναγιά μαζί μας.
Η μορφή της Θεοτόκου με συγκινεί πάντα - από παιδί. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς: η θηλυκή, η μητρική πλευρά του πνεύματος υπάρχει μέσα σε όλους μας, προαιώνια και αναλλοίωτη. Σύμβολο διαρκές της τρυφερότητας, της στοργής, της αφοσίωσης, της προσφοράς, η Μάνα του Χριστού είναι η αόρατη παρουσία που δεν θα μας αρνηθεί στη δύσκολη ώρα. Η θύμιση της δύναμής του ανθρώπου να συντρέχει και να θεραπεύει. Να ξεπερνά τις ανάγκες του μικρού του "εγώ" και να βρίσκει τον εαυτό του στο βίωμα του "εσύ" και του "εμείς".
Ίσως πάνω απ'όλα, όπως και ο Υιός της, η Υπεραγία είναι μια αλήθεια για τα όρια μας - ή μάλλον την ανυπαρξία τους. Ένας φάρος που, και στα πυκνότερα σκοτάδια του φόβου, μάς θυμίζει την απόλυτη υπεροχή της Αγάπης. Το σκοπό και το δρόμο. Το άφατο νόημα.
Η εξύμνησή της είναι αναγνώριση της Χάρης: του δώρου που γίνεται από τον άνθρωπο προς τον άνθρωπο. Άξιον εστί, λοιπόν, εδώ τραγουδισμένο από ένα αηδόνι της Χριστιανοσύνης του Λεβάντε - εκεί που χαράζει ο ήλιος και η γλύκα της Μεγαλόχαρης ζωντανεύει κάθε αυγή, για όλους τους πονεμένους κάθε πίστης.
Άξιον εστί (Soeur Marie Keyrouz)

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Hiroshima lacrimosa

Μια φιλική φωνή στoν Ιστό μου υπενθύμισε τη χθεσινή θλιβερή επέτειο: το βομβαρδισμό της Hiroshima, στις 6 Αυγούστου 1945. Την πρώτη φορά που ένα πυρηνικό όπλο (τεχνολογικά καινοφανές τότε - μουσειακό παιχνίδι για τα νεώτερα δεδομένα) χρησιμοποιήθηκε σκόπιμα εναντίον ανθρώπων.
Εναντίον πληθυσμού, για την ακρίβεια: σχεδόν όλα τα θύματα ήσαν άμαχοι. Kι'αυτό δεν έχει, ίσως, τόση σημασία. Στρατευμένοι ή πολίτες, άνδρες ή γυναίκες, παιδιά ή γέροι: όλοι είναι ανθρώπινες υπάρξεις. Ζωές που χάθηκαν και ζωές που καταστράφηκαν. Δρόμοι που έκλεισαν με καυτηριασμό.
Το πρόσωπο της βίας στη Hiroshima είναι αποκρουστικό. Πρώτα, για την έκταση - ή σε μια ισοδύναμη οπτική γωνία - για την ταχύτητα του φονικού. Η επίθεση εγγράφεται σ'ενα μακρύ κατάλογο από μαζικές αιφνίδιες βαρβαρότητες: τους βομβαρδισμούς, τα στρατόπεδα εξόντωσης, τις πράξεις γενοκτονίας.
Αλλά, επίσης, για το βαθμό του ολέθρου. Η έκρηξη εξόντωσε σχεδόν κάθε τί έμβιο στην περιοχή. Επέβαλε την επιστροφή στη στείρα γη - το θάνατο. Να ένα πείραμα άρνησης της ζωής, μια δοκιμή του τέλους - με "Τ" κεφαλαίο και στίξη.
Η Hiroshima φέρνει μια ταραχή στα σπλάχνα. Χρειάζεται, φαίνεται, μια κλίμακα, μια "ποιότητα" για να συγκινηθούμε. Μια κλωτσιά στο στομάχι, μήπως;
Νιώθω χρέος, ευγνωμοσύνη σ'αυτούς τους ανθρώπους. Με τον πόνο τους έστησαν ένα ορόσημο για τα μακρυνά όρια του κακού μέσα μας. Για το πού μπορεί να φτάσει το μίσος, η οργή, η έπαρση, η αδιαφορία, ο φθόνος. Πάθη δικά μου, δικά μας - όχι "κάποιων άλλων". Διότι όλα ανθρώπινα. Κι'αυτό είναι, νομίζω, το πιο τρομακτικό.
Θύματα ή θύτες, εξηνταπέντε χρόνια αργότερα, οι ελάχιστοι επιζώντες μάρτυρες του βομβαρδισμού πλησιάζουν το τέλος της φυσικής παρουσίας τους. Όταν κάποιοι ρωτήθηκαν πώς αισθάνονται, αρκετοί είπαν: "Έκανα απλά το καθήκον μου". Πιστεύω οτι σιωπηρά ή μεγαλόφωνα εννοούν επίσης "ο Θεός να μας συγχωρήσει..."
Και, ίσως βαθύτερα: "...διότι ο ίδιος δυσκολεύομαι πολύ".

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Veritas curat: μέρες του Αυγούστου

Καλέ μου φίλε,
Ξέρω - τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Περνάς δύσκολες μέρες. Ώρες σκληρές. Καιρό τώρα βλέπεις άνθρωπο δικό σου, αγαπημένο, να σβήνει. Σταγόνα-σταγόνα, το σώμα του αδειάζει από ενέργεια. Και, ίσως ώρες-ώρες, μπαίνεις στον πειρασμό να αισθάνεσαι αποκαμωμένος, ανήμπορος, αδύναμος ή "λίγος".
Αν μου επιτρέπεις, σε παρακαλώ αυτές τις ώρες να μη διστάζεις να παίρνεις από τους ανθρώπους - όταν νιώσεις χρεία. Δίνε στους άλλους την ευκαιρία να βγάλουν, να καταθέσουν κάτι από τον εαυτό τους. Και μην ανησυχήσεις στιγμή. Το ξέρεις: η κακοήθεια, η μικρότητα, ο φθόνος δεν μπορούν να σε βλάψουν. Όπως είπες κάποτε: οφείλουμε το πάρε-δώσε μας να στιγματίζεται από την αλήθεια, για να έχει ποιότητα και ουσία.
Δες γύρω και μέσα σου την αλήθεια σου: την αγάπη μεταξύ σας. Απλά αλάζει σχήμα - δεν μικραίνει. Δες τον κόσμο που χτίσατε μαζί, με τον άνθρωπό σου, στην καρδιά σου. Στέρεος, όμορφος και πολύτιμος. Ακόμη και η αξιοπρέπεια, η αποδοχή με την οποία φεύγει είναι άλλο ένα δώρο. Και πόσα άλλα - όχι μόνο στη μνήμη σου αλλά και φυλαγμένα, να τα ανακαλύψεις με χαρά και συγκίνηση αύριο... Έχεις πολλά. Για σένα. Για να τα μοιράζεσαι. Για καλό.
Με ευχές για τον καινούργιο μήνα - πάντα,
Prths

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

1+1

Ο Έρωτας δεν θά'ναι πια σχέση Άνδρα με Γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο. Θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση - γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, ενάρετος και καθάριος σ'όλα εκείνα που σμίγει και χωρίζει. Θά'ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε με αγωνία και μόχθο: δυο μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα οριοθετούν και θα αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο.
R.M. Rilke, Γράμματα σ'ένα νέο ποιητή, VII. Ρώμη, 14.05.1904

Κι' απόψε την ένιωσα - ξανά. Το κάθε τί στην παρουσία της είναι η τελειότητα της Γυναίκας. Κάθε ανάσα της άρωμα που με μεθάει. Κάθε κίνηση χορός που αιχμαλωτίζει τη ματιά μου. Η φωνή της αχτίδα που βάφει πορφυρά τα σπλάχνα μου. Η ματιά της σφραγίζει ρίγη στο κορμί μου. Το σώμα της Ιερό για τα αναθήματά μου. Το άγγιγμα... Πώς να σκεφτώ το άγγιγμα;
Μα τί είναι αυτό; Γιατί; Μήπως είναι ένα μήνυμα, μια υπενθύμιση; Ένα ίχνος από εποχές αρχαίες και αθώες, πριν η ζωή χωρίσει στα δυό. Ένα κύμα που μαρτυράει στον αφρό τα ύφαλα της ψυχής μου. Εκεί, στο βυθό, όπου κοιμάται το όνειρο του απόλυτου, του θείου έρωτα. Από πάντα - όταν το χέρι Του χάραξε το υπέδαφος της ψυχής μου.
Αυτό είμαι. Δεν γίνεται - δεν πρέπει - αλλιώς. Μην πιστέψτε οτι είναι μαγεία, έργο σκόπιμο ανθρώπων. Μην ψαχνετε μάχη - ο "εχθρός" είναι στο στρατηγείο μου. Πείτε: "ένα θαύμα". Μόνο να ευγνωμονώ μπορώ για αυτή τη χάρη: να λατρεύω μυστικά το άλλο μισό που ζητάει να ενωθούμε - και να το αναζητώ.
Σε κάθε γωνιά. Του δρόμου.

Πολιτεία: Γωνιά-γωνιά (Μ. Θοδωράκης, 1976)

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Ημι-μπαλάντα της απολογίας

Φορούν το χρώμα που δεν έχει χρώμα.
Μιλούν τη γλώσσα που δεν έχει ήχο.
Μάχονται τον εχθρό που δεν έχει όψη.
Είναι εδώ.

Οι ώρες κυλούν, αλλά δεν ξαποσταίνουν.
Το σκοτάδι προκαλεί, αλλά δεν αφήνονται.
Η νύχτα παραπλανά, αλλά δεν χάνονται.
Είναι εδώ.

Πρίγκηπα, όταν σταθούν προ του Βήματος, 
Δες. Θυμήσου. Πες
Είναι εδώ.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Mythicalia

Κάθε εξιστόρηση ή σκέψη που μοιραζόμαστε (π.χ. στον Ιστό) εκτός από τα "συμβατικά" μηνύματα που μεταφέρει", επιδρά ταυτόχρονα στην ψυχή: είναι και ένας μύθος. Εν τέλει, καθε λόγος χτιζει ένα μύθο. Και, μέσω αυτού, υπάγεται στο πεδίο του μύθου γενικότερα.
Ο Μύθος, ως έννοια, συγγενεύει με τη διήγηση, την περιγραφή - αλλά με τονισμένο το απροσδόκητο στοιχείο, το μυστήριο, το υπερβατικό. Όπως και όλα τα πράγματα, ο μύθος αφ' εαυτού δεν είναι καλός ή κακός - αυτό εξαρτάται βαθύτερα από τις δυνάμεις που τον κινούν, από την προέλευσή του. Την ενδότερη πρόθεση.
Εξωτερικά, η αξία του μύθου μετριέται από την επίδρασή του στην ανθρώπινη ψυχή: ένας μύθος μπορεί να γαληνεύει και να θεραπεύει - άλλος μπορεί να αναστατώνει και να τραυματίζει. Και στην καθημερινή γλώσσα, ονομάζουμε "μύθο" ακραία διαφορετικά πράγματα: το αρρωστημένο αποκύημα της φαντασίας και επίσης το εξαίρετο, το θαυμάσιο. Αυτές οι χρήσεις του όρου δίνουν έμφαση και ερμηνεία στην επίδραση του λόγου στον εσωτερικό μας κόσμο.
Όμως, ο λόγος – και επομένως ο μύθος – είναι ανθρώπινη ανάγκη. Γράφουμε από ανάγκη. Να μας καταλάβουμε, να μας τα πούμε, να τα μοιραζόμαστε, να τα κρατάμε, να τα τιμήσουμε. Στο βαθμό που αυτή η ορμή είναι πηγαία και άδολη, την εμπιστευόμαστε. Και επομένως εμπιστευόμαστε την καθαρότητα της προέλευσης του μύθου μας.
Συχνά τα λόγια πληγώνουν - παραπέμπουν στο σκοτάδι ή το θάνατο. Άλλες φορές, πάλι, νιώθω να ξεδιπλώνεται, κομμάτι-κομμάτι, ένας ευγενής μύθος. Ένας μύθος για ανθρώπους. Για όλα. Για Ένα.
Μακάρι.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Καπνιζόντων: fairly well, to say

Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο. Τραβάω. Βήχω. Είμαι καλά.
Είμαι ζωντανός. Και πονάω. Δεν είμαι άψυχος κούκλος - παιχνίδι, σκηνικό ή μηχανικός κομπάρσος στο πειραματικό καρμικό δράμα κάθε "άλλου". Ή, μάλλον, μου ανατίθεται και αυτός ο ρόλος - ερήμην μου - αλλά δεν μ'αρέσει. Επιμένω: είμαι γραφικό έμβιο, ένα γελοίο νούμερο με σφυγμό - για δες!
Είμαι ζωντανός. Και ματώνω. Ακριβώς: ματώνω διότι ζω και ζω για να ματώνω - ιδού μια διατύπωση της πρώτης ευγενούς αλήθειας. Αρνούμαι την αναισθησία. Καπνίζω και για τη ζημιά – για το σαματά. Γιατί μ'αρέσει η αψάδα του καπνού. Γιατί θέλω.
Είμαι ζωντανός. Και καπνίζω. Και χαίρομαι. Και ονειρεύομαι. Και επιλέγω. Και δίνομαι. Και καίγομαι. Και νιώθω.
Είμαι ζωντανός. Και αγωνίζομαι να αγαπώ. Πέφτω, σηκώνομαι, καθαρίζω την καρδιά και ακονίζω τη ματιά μου. Όσο μπορώ.
Ξανά. Για σήμερα. Για το δρόμο.

Δακρυσμένα μάτια (Μ. Θεοδωράκης, Γ. Θεοδωράκης - Λιποτάκτες)

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Veritas curat: των Μαΐων

Μήπως είδε κανείς το τριφύλλι μου παρακαλώ; Χμμμ... Μαζεύτηκαν τα χρόνια - ουκ ολίγα. Ωραία. Και αρκετές θεραπευτικές αλήθειες. Επίσης ωραία.
Ίσως η σημαντικότερη είναι τούτη ακριβώς η "μετα-αλήθεια": όλα είναι καλά στο δρόμο τον καλό...

Είθε να συναντηθούμε εκεί.
Θα σημαίνει πως έχετε φθάσει.
Θα σημαίνει πως κι εγώ τα έχω καταφέρει.
J. Bucai, Φύλλα πορείας

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Somnambule's wakes

Τώρα μας πνίγουν τα απόνερα - η τύρβη των μικρών αποτρόπαιων πράξεων που σωρεύσαμε. Οι χυδαιότητες, οι υποταγές, η αδιαφορία, η υποκρισία. Το βόλεμα. Μαυρίσαμε τόσες κόκκινες εγγραφές στο βιβλίο συμβάντων...
Τώρα τα σπλάχνα μας καίει μια πίκρα - μια αποφορά μας λερώνει την ανάσα. Το φιλότιμο που αρνηθήκαμε. Η αξιοπρέπεια που ξεπουλήσαμε. Η καρδιά που φυλακίσαμε. Οι χαμένες ευκαιρίες να δώσουμε στη ζωή - να είμαστε παρόντες. Να είμαστε.
Τώρα ψάχνουμε το φταίχτη. Εκείνον: τον εφιάλτη που σφίγγει τη ζωή μας. Μόνο που αυτή τη φορά είμαστε μόνοι. Με τον καθρέφτη.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Veritas curat: Ειδοί του Απριλίου

Οι σκληρότερες αλήθειες είναι αυτές που κρύβουμε από τον εαυτό μας. Τις αντικρύζουμε όταν έρχεται η ώρα να παραδεχτούμε αυτά που μας κάναμε - να μας ζητήσουμε συγνώμη. Να απολογηθούμε - να μας τα εξήγήσουμε. Όταν, στο τέλος μιας ακόμη παράστασης, ξαποσταίνουμε μόνοι στο καμαρίνι.
Πικρές αλήθειες. Και ανεξίτηλες. Αλήθειες - κατα λέξη: από το στερητικό «α» και τη «λήθη», τη λησμονιά. Δεν χρειάζονται τη μνήμη – είναι γεγονότα που έχουν καταγραφεί στο σύμπαν. Και, καθώς όλοι είμαστε Ένα, έχουν καταγραφεί σε μια ενιαία «κοσμική συνείδηση» και, ακριβώς γι’αυτό, ανήκουν ήδη στον Εαυτό μας.
Πικρές αλήθειες. Και αδήριτες. Διότι πώς και πόσο να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας – ποιά δικαιολογία να δώσουμε την οποία δεν γνωρίζει ήδη; Και ποιά πλευρά της «ουσίας μας» να φωτίσουμε με επιχειρήματα και σκέψεις όταν ο αποδέκτης τους κατέχει όλη τη δύναμη της αντίληψής μας: όχι μόνο της λογικής αλλα και της άφατης; Τότε, στον χώρο αυτόν βαθιά μέσα μας, δεν υπάρχει «δεν ξέρω». Δεν υπάρχουν αναχώματα ή παρακάμψεις: νόηση και διαίσθηση, επιστητό και υπερβατικό – όλα Του ανήκουν.
Πικρές αλήθειες. Και ευλογημένες. Όταν τους αφεθούμε, όταν αγγίξουμε την αποδοχή τους, βυθίζονται μέσα μας σε μια πράξη αγάπης, μια έκφραση της χάρης. Γίνονται ένα χάδι στην καρδιά. Μια θεραπεία.