Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

AptaShieras: μάικω, μάικω'μ,

Μ'έλεγε η μάνα μου: έξω απ' τα Σέρρας τότε, το ψωμί των χωρικών λιγοστό. Στην Άνω Βροντού, ένα χειμώνα βαρύ και πεινασμένο, ο προπάππους μου είδε κι'απόειδε - και κανόνισε ένα ευκατάστατο ζευγάρι της πόλης να πάρουν τη μικρή Λαμπρινή. Ψυχοκόρη.
Κορίτσι η γιαγιά, βρέθηκε να μεγαλώνει με ξένα αδέρφια. Το δεκάξι, ο Βουλγαρικός στρατός υποχωρώντας, αφού έκαψε το κέντρο της πόλης και αρκετά γύρω χωριά, πήρε απ'τα Σέρρας και την περιοχή χιλιάδες ομήρους. Άλλους εκτέλεσαν κι'άλλους οδήγησαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Σιούμλα, κοντά στη Βάρνα. Αναμεσά τους και η γιαγιά, βρέθηκε στα δεκαπέντε να σπάει πέτρα για δρόμους. Αυτό κράτησε περίπου ενάμισυ χρόνο.
Αργότερα, αφού γύρισε, την προξενέψαν σε έναν νέο από καλή και καθωσπρέπει οικογένεια, που είχε μπακάλικο στην οδό Μεραρχίας. Την πήρε κοντά του, τής έκανε δυο παιδιά κι'έμεινε μαζί της μέχρι την επόμενη Βουλγαρική κατοχή. Η γιαγιά τον θυμόταν με γλύκα, αλλά είμαι βέβαιος οτι κι'εκείνος χάρηκε την ομορφιά και την πραότητα της Λαμπρινής.
Kako si Majko (Šaban Šaulić, 1982)

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Charmant souvenir

Οι αναμνήσεις με βαραίνουν. Μάλλον γέρασα. Δυσκολεύομαι να είμαι στο "τώρα" - ν' αγκαλιάσω το παρόν. Λογαριασμοί παλιοί, πίκρες πολυκαιρισμένες μαζεύτηκαν και μού γνέφουν. Και καθόλου ενθαρρυντικά.
Δυσκολεύομαι, Κύριε...
Σήμερα θα ήταν η γιορτή του νεκρού φίλου μου. Κι' η δική μου.
Les pêcheurs de perles I.4: Je crois entendre encore
(G. Bizet, 1863, J. Björling, 1945)

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Η αναχώρηση του Φ.

Τις νύχτες μου στοιχειώνει ο θρήνος γυναικών.
Η μικρή Κ. κοιμάται ανήσυχα: ένα παγωμένο δόντι σφήνωσε στο στήθος της και δε λέει να βγει. Η Α. στριφογυρίζει στη γειτονιά, το σπίτι, το άδειο κρεββάτι. Πασχίζει ν'απασχολήσει το μυαλό με τό'να και τ'άλλο, να ξεχνιέται. Η Κ. η μεγάλη, η μάνα, χαμένη. Δε θυμάται πια αν είναι ζωντανή ή νεκρή η ίδια. Ούτε τί διαφορά τής κάνει.
Κι'οι άλλοι, κακομαθημένοι στην ήρεμη δύναμη της φιλίας του, μείναμε εγκλωβισμένοι. Έτσι που άπλωσε την καρδιά του, κιμπάρικα και λεβέντικα, μάς ανάγκασε να τον αγαπήσουμε και τώρα, άδειοι και σαστισμένοι, ν'απορούμε πώς και γιατί τον αποχαιρετάμε. Το παλιόπαιδο!
Rinaldo I.7: Cara sposa
(G.F. Handel, 1711, N. Stutzmann, 1992)

Καπνιζόντων: Jūgyū

Καπνός
Στην αρχή στριμώχνεται. Τσουρουφλίζεται. Ευτυχώς, η έξοδος είναι κοντα: βγαίνει απ' τον αυλό του τσιγάρου, απλώνεται. Από κάπου ψηλά έρχεται ένα φως - καλοδεχούμενο. Δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του. Τα μέλη του, λίγα και φτενά αλλά παρεξηγιάρικα, αρχίζουν τους τσακωμούς: όχι να πάμε από δω - όχι από κει. Σύντομα σκορπάνε. Σε λίγο, χάνονται. Λίγο - αλλά άξιζε, πάντως.
Αέρας
Αόρατος και φρέσκος, παραμερίζει με χάρη για να δώσει στον καπνό το χώρο του, τον αγκαλιάζει, τον φωτίζει. Έχει υπομονή, τράτο - είναι άρχοντας. Κάθε τουλίπα είναι μια ευκαιρία να ακήσει τη γεναιοδωρία του. Για λίγο κάθε φορά: όσο κρατάει η φευγαλέα συνάντησή τους.
Ένα
Τι θάταν ο καπνός χωρίς τον αέρα - ή το αντίστροφο; Ή το "μετά" αν δεν υπήρχε το "πριν"; Ο ήχος χωρίς τη σιωπή; Η ύλη χωρίς το κενό; Η ζωή, στην τελική, θα μπορούσε να γραφεί αλλού - παρά στον καμβά του θανάτου;
Von ewiger Liebe (J. Brahms, 1864)

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Ἀντίο

Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἐαυτοῦ σου ἔχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Κ. Δημουλά, “Γῆ τῶν Απουσιῶν”
Ἡ ὥρα εἶχε περάσει.
Ὄμορφο ἀπόγευμα - πολύ. Ὁ Θάνατος πλάϊ της ξεχάστηκε, χαζεύοντας τὴ δύση. “Εἶναι ὥρα;” τὸν ρώτησε. “Ναί, καιρὸς νὰ γυρίζουμε”, τῆς ἀποκρίθηκε - καὶ τή φίλησε.
Τὰ λαστιχένια πέταλα στὸ σκουφάκι της ἀναδεύτηκαν - ἕνας μικρὸς θαλασσινὸς κῆπος. “Καλά, πουλάκι μου”, εἶπε, καὶ μπῆκε στὸ νερό.
Ὁ σκύλος - ὁ ἀναμάρτητος - ὀσφραίνοταν τὸν αέρα. Λίγο πιὸ κάτω, ὁ ἄντρας της ἔψαχνε τὸ βυθό - ἔτσι κάπως μαγεμένος κι ἀυτός.
Παράξενο φιλί, τοῦ Χάρου: γλυκὸ καὶ ἁλμυρὸ μαζί· κέρασμα καὶ κατευόδιο.
Καιρός νὰ γυρίζουμε.
Τώρα ἔκοβε τὸ νερὸ μαλακά-μαλακά, μὲ τρυφερὲς ἀπλωτές. Μάκρυνε. Πιὸ μετά, χάθηκε. Βούτηξε, εἴπαν, νὰ πιάσει τὸ δίσκο τοῦ ἥλιου.
Ἡ ὥρα, βλέπεις, εἶχε περάσει.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

575 nivocity

exploding storks drop
unsigned suicide notes
on silent roads
La Viguela (Gotan Project)

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Καπνιζόντων: toxic nargile

A court in Bahrain has jailed 20 medics who treated protesters for up to 15 years each, after convicting them of incitement to overthrow the regime.
International news, Oct. 2011

Διαιτήμασί τε χρήσομαι ἐπ' ὠφελείῃ καμνόντων κατὰ δύναμιν καὶ κρίσιν ἐμὴν, ἐπὶ δηλήσει δὲ καὶ ἀδικίῃ εἴρξειν
Όρκος του Ιπποκράτη, 4ος αιώνας π.Χ.


Σήμερα, από το πρωί, το τσιγάρο μου έχει μια πικρίλα. Καλό μήνα - να πούμε. Αλλά, πάλι, τα νέα όχι και πολύ καλά...
Σκέφτομαι τους ανθρώπους που από θεράποντες της δημόσιας υγείας του Bahrain βρέθηκαν κατάδικοι στη χώρα τους. Φυλακισμένοι, με απόφαση από το ειδικό ("έκτακτο", για όσους θυμούνται τα - όχι και τόσο παλιά - δικά μας) στρατοδικείο.
Μετά από περίπου δυο μήνες ειρηνικών κινητοποιήσεων, οι διαδηλωτές της "πλατείας του μαργαριταριού" δέχθηκαν βίαια επίθεση της αστυνομίας, που έστειλε πολλούς στο νοσοκομείο.
Αυτοί οι άνθρωποι (οι γιατροί, οι νοσηλευτές) τους βοήθησαν. Η ποινή τους μας θυμίζει πως τίμησαν τον όρκο τους - και μας έδωσαν ένα μάθημα αξιοπρέπειας και λεβεντιάς.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Sornettes de filles: Το σησάμιο άγος

Μια φορά κι’έναν καιρό, στη Δυτική Όχθη κατοικούσε ένας περήφανος και ευγενικός λαός. Ήταν, λένε, άνθρωποι εργατικοί, γενναίοι και - κυρίως- ανεκτικοί και υπομονετικοί. Ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία: πολλοί έβοσκαν κατσίκια στις πυκνόφυτες αλλά βραχώδεις πλαγιές της ΔΟ - τόσο που τους ονόμαζαν και «λαό της αίγας». Στην εποχή τους, ο τόπος τους πρόκοψε και ξεχώρισε ανάμεσα στις περιοχές. Για την άνεση, τον γαλήνιο ρυθμό της ζωής και - προπάντων - για τα καλά και όμορφα κορίτσια.
Βέβαια, εκτός από τα τόσα τους χαρίσματα, οι άνθρωποι της ΔΟ είχαν - όπως όλες οι φυλές - την αδυναμία τους: τα νεαρά άτομα είχαν υπεβολικά ευαίσθητο σώμα. Ειδικότερα, οι κοπέλλες δεν μπορούσαν να κοιμηθούν παρά μόνο στο πιό απόλυτα μαλακό, απαλό και αναπαυτικό κρεββάτι. Λένε πως κανένα καλοστεκούμενο σπιτικό δεν έστρωνε λιγότερα από 100 πουπουλένια παπλώματα - και πάλι λίγα ήταν.
Διότι ακομή ένας και μόνο σκληρός κόκκος - π.χ. ένας σπόρος σουσαμιού - κάτω από τα στρώματα, αρκούσε για να στερήσει τα ευπαθή κορίτσια από τον αναζωογονητικό ύπνο τους, να σπείρει γκρίνια και κακοδιαθεσία και - τελικά - να διαταράξει την πιο στέρεα οικογενειακή γαλήνη.
Κάποια εποχή, όταν τα επεισόδια όχλησης πύκνωσαν και πήραν ανησυχητικές διαστάσεις, οι κάτοικοι της περιοχής συγκάλεσαν τους σοφότερους και διακεκριμένους πολίτες για να μελετήσουν το θέμα. Αφού συσκεύθηκαν μέρες και μέρες, οι προεστοί της ΔΟ αποφάσιασν να δημιουργηθεί ειδική δημόσια υπηρεσία, επιφορτισμένη με την καταγραφή, παρακαλούθηση και επιτήρηση των σπόρων. Βήμα-βήμα, η καλλιέργεια και χρήση κάθε καρπού μικρότερου από καρύδι τέθηκε υπό αυστηρό έλεγχο.
Όπως πάντα, μια μειοψηφία αντιδραστικών αντιμετώπισε τα νέα μέτρα με επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα - τα χαρακτήρισαν ως πρακτικές που πλήττουν την ελεύθερη καλλιέργεια και διακίνηση του φυτικού πλούτου. Μάλιστα, ορισμένοι αμετανόητοι οπαδοί των ελαιούχων σπερμάτων σχημάτισαν ομάδες έμπρακτης αντιπαράθεσης με το όνομα «Ταχινικοί Πυρήνες». Χρησιμοποιούσαν ως υπογραφή το σύνθημα «'Ανοιξε Σουσάμι!» - έμμεση πλην σαφή ομολογία των προσηλυτιστικών και ανατρεπτικών τους σκοπών.
Αν και δραστήριες, αυτές οι υποχθόνιες όργανώσεις παρέμειναν στο περιθώριο της κοινωνίας της ΔΟ. Η η πλειοψηφία των κατοίκων συνεργάζονταν με τις ειδικά εκπαιδευμένες δυνάμεις, οι οποίες εντόπιζαν έγκαιρα και έθεταν υπό έλεγχο κάθε κρούσμα. Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, το εμπλεκόμενο αρχοντικό έμπαινε σε απομόνωση: διατροφή με πουρέ, γάλα και μέλι (αλλά ποτέ παστέλι), ημερήσια σησαμοκτονία και - πρωτίστως- προσωρινή απομάκρυνση του ευπαθούς πληθυσμού.
Ορισμένες φορές, μάλιστα, όταν η στέρηση ύπνου απειλούσε την ευημερία της γειτονιάς ή και όλης της περιοχής, αποφάζιζαν να φυγαδεύσουν τις σημαμοπαθείς κόρες σε απομονωμένα μικρά νησιά. Εκεί, η συνεχής έκθεση σε ισχυρούς ανέμους, σε συνδυασμό με την τοπική δίαιτα (π.χ. φάβα), βοηθούσε την ασφαλή αποκοπή από τους δαιμόνιους σπόρους.
Αυτά τα κορίτσια, στο διάστημα της θεραπευτικής εξορίας τους, ήρθαν σε επαφή με το γηγενή πληθυσμό και προσπάθησαν να τού μεταδώσουν τις αξίες και τα επιτεύγματα του λαμπρού πολιτισμού της ΔΟ - άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι, ανάλογα με τις συνθήκες του τόπου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, άφησαν το ίχνος τους: ακόμα σήμερα, σε πολλά μέρη, μιλούν για αυτές τις ακούσιες αποστόλους και για το ζηλευτά μακάριο ύπνο που απολάμβαναν στη διάρκεια της παραμονής τους.

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

575 emerald drops

summer sounds of green
smell of thousant shades of cool
- let my soul rest here
El dia que me quieras (Carlos Gardel)

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Amy's back to black

Αυτή η κοπέλα έπρεπε να πεθάνει.
Γι'άλλη μια φορά: σκοτώσαμε αυτό που αγαπάμε. Για να κρατήσουμε τη γεύση της μαζικής διαστροφής - της τρέλλας που μάς έχει κυριεύσει. Γιαν να μάς εκδικηθούμε.
Σκοτώνουμε τους περιθωριακούς μας όχι από μίσος για εκείνους αλλά από λύσσα για τον εαυτό μας. Γιατί κουραστήκαμε να λέμε ψέμματα. Να υποκρινόμαστε. Εμείς - οι ίδιοι.
Διότι χτίσαμε και ανεχόμαστε μια κοινωνία που φτιάχνει απελπισμένους ανθρώπους. Όλο και περισσότερους, όλο και πιο αθεράπευτους. Τί αγάπη εισέπραξε αυτή η κοπέλα - και από ποιόν; Και πόση χρειάζεται ένας νέος άνθρωπος για να "σταθεί";
Διότι δεν είμστε εκείνοι τους οποίους υποκρινόμαστε. Δεν είμαστε τα αλληλέγγυα έθνη που νοιάζονται για τα δεινά των φτωχών αδελφών. Δεν είμαστε οι καλοζωϊσμένοι ευγενείς που μεριμνούν για τους αναξιοπαθούντες κολλήγες της επικράτειας . Όυτε οι μεγαλόψυχοι πολίτες που φιλοξενούν τον ταλαιπωρημένο στρατηλάτη.
Διότι δεν είμαστε. Δεν είμαστε - γενικώς.
Back to Black (Amy Winehouse, 2006)

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Τίποτα πιο εκλεκτό.

Οι νεκροί, λέει το πρωτόκολλο, δεν είναι «κύριοι»: μετά θάνατο δεν έχουν τη δυνατότητα (ή και το φορτίο, αν θέλετε) της επίγειας κυριότητας – της ιδιοκτησίας. Όμως, για μένα, ο Θανάσης Βέγγος θα είναι πάντα κύριος: μια θέση στη μνήμη μου, ένα γλυκό και αθώο μέρος, τού ανήκει. Μέρος φωτεινό και ξεχωριστό, η κυριότητα του οποίου αποδόθηκε στον κ. Βέγγο με πολυετή χρησικτησία.
Κύριε Βέγγο, λοιπόν, ψάχνω να βρω τρόπο να σας αποχαιρετίσω από δω. Μού’ρχεται να σωπάσω – τα λόγια είναι φτώχια και δεν αρμόζουν στην Εξοχότητά Σας. Θέλω και να μιλήσω, να εμποδίσω τη λήθη - τον αληθινό θάνατο - να σάς αγγίξει στο ελάχιστο.
Έτσι, παγιδευμένος σ'αυτήν την αντινομία, τώρα νιώθω ακόμη έντονα πόσο θα μου λείψετε. Εσείς φύγατε κι’εγώ αυτή σας την τέχνη – της υπέρβασης του αδιέξοδου μέσα από το τσαλάκωμα του "εγώ", της απελευθέρωσης μέσα από τον απελπισμένο αυτοσαρκασμό – ακόμα δεν την έμαθα.
Άλλα έτσι είναι ο δάσκαλος ο καλός: δεν αφήνει ευκαιρία να δώσει άλλο ένα, τελευταίο, μάθημα.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Garibaldi fu ferito

Σεβαστέ Ιωσήφ,
Εδώ και καιρό αναβάλω να σου γράψω, ίσως διότι είμαι αμήχανος για τα σκοτεινά, τα θλιβερά νέα που φέρνω. Στα χρόνια του μισεμού σου, το πέλαγο που δροσίζει τις πατρίδες μας μίκρυνε. Όμως, όχι διότι το όραμα της αδελφοσύνης που κήρυξες, καλέ δάσκαλε, στέριωσε. Αλλά διότι άθλιες δυνάμεις, ομογάλακτες και συντονισμένες, κατέλαβαν τις πατρίδες μας.
Τώρα πια, στη δική μου πλευρά της θάλασσας που μάς ενώνει, κυριαρχεί η άνομη «Άγία Έδρα» του χρήματος, η οποία με όπλο την ύπουλη αρρώστια της απληστίας εκμαύλισε και ταπείνωσε το λαό μου. Και η δική σου πατρίδα – το λέω με λύπη – αφέθηκε να κυβερνάται από συμμορίες, που τη βύθισαν στη νάρκη της παραίτησης και της πλεκτάνης.
Ξέρω πως με τα νέα αυτά σε πικραίνω, αξέχαστε φίλε. Αλλά γνωρίζω επίσης πόσο απόλυτα αγάπησες την αλήθεια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια - και η θύμησή αυτή μου δίνει κουράγιο και ελπίδα.
Σε ασπάζομαι με σέβας,
Γ.

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

575 crimson surf

winter dawn paints red
shy waves that kiss the sand
in my coffee cup
Cars hiss by my window (The Doors)

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Take my hand

Because of its tremendous solemnity, death is the light in which great passions, both good and bad, become transparent, no longer limited by outward appearences.
A human being's eternal dignity lies precisely in this, that he can gain a history. The divine in him lies in this, that he himself, if he so chooses, can give this history continuity, because it gains that, not when it is a summary of what has taken place or has happened to me, but only when it is my personal deed in such a way that even that which has happened to me is transformed and transferred from necessity to freedom. What is enviable about human life is that one can assist God, can understand him, and in turn the only worthy way for a human being to understand God is to appropriate in freedom everything that comes to him, both the happy and the sad.
Søren Kierkegaard, “Either-Or”

Mrs B. arranged the flowers in the vase. She stared at the early winter sky outside: thick and flat, filling the window like a grey-brown store. She turned and drew her chair closer to the bed the man was lying on, half-crouched. She sent him a smile. “It looks we are in for some snow”, she said, softly. He smiled back, his eyes flashing a sparkle of wit. “Hope Tommy brings back my snow-shovel in time.”
Of course; that was him. Like he would ever scoop the snow again – or anything else, for that matter. Like these weren’t his last days under the sun. Like his body was not falling apart in watery shambles. But, then again, here lies the truth: a dying body – not a dying man.
“He’d better!” she giggled “or he’ll be in reeeal trouble.” Bending over to stroke his hair, she felt a strange lightness, a freshness blowing through her chest.
Here they were: two lovers taking a calm evening stroll. He would offer his arm. She would lean on and let him lead the way. Through an orchard of graceful trivia; of days well spent. Of life - serenely in its place. Of death - as it is.
Her other man (passed away three years now) was like this, too. Same fabric: solid and present. Caring. Filling the place as best he could.
The man was now breathing regularly. She stood up and paced towards the door. “Sleep well, my dear” she whispered. “And thank you” – under the quiet rain watering her cheeks.
Slow Marching Band (Jethro Tull)

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Taf sizons

Dear Prths,
We have been thoroughly reviewing your application and appreciate your perseverance towards joining the Order of the Red Nose.
However, the position is presently occupied by our trusted long-term associate Rudolf Reindeer.
Furthermore, please be advised that we plan no vacancies in 2010 or the coming years.
Thank you for your interest in our cause.
Merrily yous,
Santa

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Στόκχολμ σύντρομ

Το Σεπτέμβρη βρέθηκα στην πόλη της Στοκχόλμης. Όμορφη πόλη. Φωτεινή – παρά την κακή φήμη για το βόρειο κλίμα (που τη θέλει ψυχρή και σκοτεινή), με υποδέχτηκε με ήλιο. Και βροχή – είναι αλήθεια. Αλλά βροχή γλυκειά, ήπια, γελαστή. Αυτή που παίζει με τους ανθρώπους (και με τα νεύρα των Μεσογειακών κακομαθημένων σαν του λόγου μου).
Παλιά, σε χώρες φοβισμένες και καχύποπτες (πάνε αυτά – τώρα είμαστε καμαρωτή Ευρώπη), οι συνοριακοί φύλακες ρωτούσαν βαριεστισμένα το σκοπό της επίσκεψης "what is the purpose of your trip – business or pleasure?" "Pleasure – always pleasure" θα απαντούσα, πάντως. Διότι είναι πάντα χαρά να βρίσκομαι σ’αυτήν την πόλη – και αυτή τη χαρά δεν θα’θελα να μού τη στερήσω. Ούτε να την κρύψω.
Έχω πολλούς λόγους να αγαπώ τη Στοκχόλμη. Έχει πολλούς συμπαθητικούς ανθρώπους (α, ναι – επίσης και πολλές όμορφες γυναίκες :) Πολλά και ωραία ποδήλατα – πράγμα ευχάριστο για κάθε ποδηλατό-εξαρτημένο. Και πρασινάδες – πλούσιες και θαλερές.
Η Στοκχόλμη αγαπάει το φως: όλα στην πόλη είναι ρυθμισμένα για να συλλάβουν το φως και, στη ζωντάνια του, να αναδειχθούν. Είναι ένας τόπος που υμνεί το φώς – μια υπενθύμιση της μοναδικής αξίας του. Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε.
Όχι οτι τελικά δεν ξεχνιόμαστε, βέβαια. Ξεχνιόμαστε, ξεχνιόμαστε... Διότι η Στοκχόλμη είναι επίσης πόλη που χάνεσαι. Εγώ, δηλαδή. Για παράδειγμα: δεν κατάφέρνω να τηρήσω ραντεβού. Κάτι ο καλός καιρός, κάτι τα φορτωμένα προγράμματα, κάτι η σουηδική τηλεφωνία που δεν με συμπαθεί (παραμένω μεγαλόθυμος - δεν κρατάω κακία στον Lindman ), η Στοκχόλμη με προτρέπει να (ανα)γνωρίζω το μοναχικό εαυτό μου. Εν τη σοφία της –και με τον τρόπο της- μου προσφέρει ακόμη μια ευκαιρία να ξεχαστώ και να με ξανα-αναζητήσω. Ενδεχομένως.

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Chinese operette: Tenda di fine

Έβαλε τα δυνατά του ο γνωστός μου κι' έφτασε στο τελευταίο χειρόγραφο του κουτιού. Θέλησε να ολοκληρώσει τις σινολογικές του μελέτες πριν φύγει για διακοπές - όλα κι'όλα. Αυτό το στερνό, από άλλο χέρι: διαφορετικό γράψιμο, αλλιώτικο ύφος.

Τον ευχαρίστησα και, με την άδειά του, το αντέγραψα . Να το θυμάμαι, γιατί ξεχνάω εύκολα (είναι και το ατύχημα στην κούνια, το Alzheimer, το καντήλι που σώνεται - όλα αυτά).

Γνωρίστηκαν σε ένα τεϊοποτείο. Την είχε προσέξει καιρό πριν να συχνάζει στη γειτονιά. Από την πρώτη φορά που την αντικρυσε, τον μάγεψε: όμορφη, γεμάτη χάρη, απερίγραπτα ερωτική. Απλά υπέροχη. Όταν του μίλησε, σχεδόν παρέλυσε - αράδιασε ένα σωρό ανοησίες.
Σύντομα μετά τη γνωριμία τους ξαναβρέθηκαν "τυχαία" και μοιράστηκαν γλυκό κρασί που εξελίχθηκε σε ασυγκράτητες ερωτοτροπίες. Ούτε κατάλαβαν πότε και πώς χύθηκαν ο ένας πάνω στον άλλο - η έλξη ήταν ανεξέλεγκτη.
Στην πρώτη τους κουβέντα, όταν αντάλλάξαν τις ιστορίες τους - και λίγο πριν τα σώματά τους αγγίξουν και λυώσουν στα φιλιά και τα χάδια - τού είπε δυό πράγματα. "Είμαι σε μια σχέση" και "Α! Εσύ είσαι συντροφικός!".
Τον κάλεσε τη μεθεπόμενη το βράδυ σπίτι της. Έκαναν έρωτα και κοιμήθηκαν τυλιγμένοι. Την άλλη μέρα του είπε οτι χώρισε - και οτι αισθανεται σαν να είχε πλαγιάσει με άλογο. Εκείνος πάλι, ότι ζώο και να ήταν, πετούσε στα ουράνια.
Της ζήτησε και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του - ήθελε να μη στερείται την παρουσία της στιγμή. Την έλεγε "το μισό μου πορτοκαλάκι". Έτσι αισθανόταν στην αγκαλιά της. Έβρισκε το ταίρι του, το "είναι" που συμπληρώνει το δικό του και κάνει το κύτταρό του να τραγουδάει.
Παραπατούσαν σχεδόν δυό βασανισμένα χρόνια. Δράμα: μπρος-πίσω, κοντρα στην κόντρα, χωρισμός και σμίξιμο, λαχτάρα και απώλεια. Όλα μαζί - αταίριαστο τανγκράμ. Και, πάνω απ'όλα, βία. Βία δική του: σκληρότητα, ταπείνωση, σαρκασμόςα, αδιαφορία, σιωπηλή και εκρηκτική οργή - μια μεθυσμένη νύχτα έφτασε να τη χτυπήσει. Βία δική της: ψέμμα, χειρισμός, υποκρισία, ενοχοποίηση, εξευτελισμός, αναίδεια, συνεχής πρόκληση. Ύφαναν ανάμεσά τους ένα μαύρο πέπλο από πόνο, δάκρυα, θλίψη, πίκρα. Σκοτάδι. Και όσες φορές προσπάθησαν να το διαπεράσουν - να βρεθούν - τσακίστηκαν πάνω του.
Ίσως ήταν αναγκαίο όλο αυτό το βάσανο για να καταλάβουν; Οι πρώτες φράσεις της ήταν προφητικές - τα είχε πει όλα. Η ίδια ήταν και συνέχισε πάντα να είναι σε μια σχέση: με το παρελθόν της, το χθές, τους διάφορους - πρόσφατους ή παλαιότερους - ερωτικούς συντρόφους της. Αυτές οι σχέσεις είναι ότι κοντινότερο έχει ζήσει στην κάλυψη των συναισθηματικών και υλικών αναγκών της - η Νιρβάνα της σε τεύχη. Κι'όχι μόνο διότι αντιμετωπίζει τις σχέσεις ως "δούναι και λαβείν"- δηλαδή έμαθε να πορεύεται με τις συνδρομές των πρώην ή επίδοξων εραστών της. Αλλά, ακόμη περισσότερο ίσως, διότι η αποδοχή που βρίσκει στις πολυάριθμες ερωτικές περιπέτειες ανακουφίζει τον πόνο από τις πληγές των παιδικών και νεανικών της χρόνων: την απόρριψη, την αποξένωση, την αδιαφορία, την ανασφάλεια. Γονείς και οικείοι την πότισαν ενοχές, επιθετικότητα και μια ασίγαστη μνησικακία για το άδικο σύμπαν και - ιδίως - τους άνδρες. Εισέπραξε το μαύρο απόσταγμα από τα δικά τους πάθη.
Και, ναι, εκείνος ήταν "συντροφικός" - εμμονικά. Προσκολλημένος σε θραύσματα από το παρελθόν του, στην εξωραϊσμένη εικόνα της συμπόρευσης των δύο που χτίζουν μαζί κοινό αύριο και μοιράζονται καλές και δύσκολες μέρες. Έψαχνε να ανακατασκευάσει μια παραδομένη (και τελικά εξαρτημένη) "συντροφικότητα". Ένα εγωϊκό φάντασμα, μιας άλλης εποχής. Όχι τυχαία: από παιδί έμαθε να μοιράζεται εκτίμηση, αναγνωριση, αποδοχή, ενθάρρυνση με το στενό του περιβάλλον: φίλους, συγγενείς, συνεργάτες. Υπερπροστατευτικοί γονείς (και κυρίως μάνα) τον δίδαξαν ένα ρομαντικό σύμπαν όπου η προσφορά είναι φυσική χαρά, όλοι έχουν τη σεβαστή τους θέση και ο άνδρας ξέρει και πράττει το σωστό. Και αυτό το σύμπαν κόσμημα και μήτρα του έχει τη γυναίκα - χαρά μαζί και εξιδανικευμένο σύμβολο.
Διαφορετικές πορείες, διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικά ζητούμενα. Διαφορετικά και αταίριαστα. Και, αντί για αγάπη, αντάλλασαν εκβιασμό για να φέρουν ο ένας τον άλλο στα μέτρα του - να παραδώσει αυτό που τόσο επιτακτικά ζητούσε το "εγώ" καθενός. Δυό μισότυφλοι ζητιάνοι που προτείνουν ο ένας στον άλλο το βρώμικο καθρέφτη του.
Κάτω από τις συγκρούσεις και την απουσία συνενόησης υπάρχει, τελκά, μάλλον το ακριβώς αντίθετο: καταλαβαίνονται πολύ καλά. Γνωρίζουν πως η λαχτάρα να ενωθούν θα μείνει ανεκπλήρωτη - όπως ίσως και η κάλυψη των εγωϊκών προσδοκιών τους. Κι' αυτή την αλήθεια πώς να τη χωρέσουν; Και πώς να τη μοιραστούν - αφού περιέχει την ίδια της την άρνηση;

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Chinese operette: MièMǎ

Εργάσθηκε άοκνα στα κινέζικα χειρόγραφα ο σινομαθής γνωστός. Σέβομαι την ανάγκη του να τα μελετήσει - καλή η αρχαιοφιλολογία - αλλά τον παρακάλεσα να μην εξαντλείται.

Δε με πάει. Μα καθόλου. Ήρθε καλοκαίρι και σ'όλα τα μέτωπα έχω βαλτώσει. Πρώτα απ'όλα, ο Τσί'Ου: μουλάρωσε για τα καλά. Μ'έδιωξε απ'το σκατογραφείο και μού'δινε εξωτερικές δουλειές για πέντε ψωρο-δεκάρες. Μόλις τον πίεσα να τηρήσει τα υποσχεμένα, τις έκοψε και αυτές και με σχόλασε εντελώς. Το παλιοτόμαρο: κατάλαβε οτι αν ξεράσω αυτά που ξέρω για πάρτη του θα γίνει ρόμπα στη ΓιούΦο, το Νησί κι'όλη την πιάτσα. Και, βέβαια, ξέρει: όταν ανοίγω το στόμα μου δεν τα φυλάω. Και του αξίζει μια γερή ξεφτίλα - όλη δικιά του. Μόνο να με εκμεταλλευτεί ήθελε.
Όλα μου βγαίνουν δύσκολα. Ο ΦούΓουα δε λέει να ξεκολλήσει απ'τη ΛιούΝα και τα δικά του. Τον βολεύει να βλεπόμαστε πού-και-πού, αλλά μέχρι εκεί. Δε λέω, την τελευταία φορά τον έψαξα και, ότα ανέλυσα τις οικονομικές δυσπραγίες μου, έβγαλε και μού άφησε 300 γουάν. Προθυμοποιήθηκε και να με βοηθήσει να βρω δουλειά. Κανονίσαμε και να με πάρει μαζί εκδρομή στο βουνό, να δω το σόι της αδελφής του (καλός και γλυκός άνθρωπος κι'αυτή και όλη η οικογένεια). Αλλά ως πού μπορώ να δώσω βάση - να ακουμπήσω;
Όμως, τη μεγαλύτερη διάψευση πάλι ο ΜιέΜα μου έδωσε. Βρεθήκαμε, περάσαμε ωραία μαζί τη μεγάλη γιορτή της Άνοιξης. Τον εμπιστεύτηκα: του είπα ορισμένα πράγματα για τις παρτίδς μου με τον Τσί'Ου και το ΦούΓουα - έτσι, για να ξέρει με ποιά γυναίκα έχει να κάνει. Αναστατώθηκε - λέει - ο ξενέρωτος και έφυγε. Τί να περιμένω - τυχαία τον λένε ΜΜ;
Αργότερα ξανάρθε - τάχα οτι ενδιαφέρεται για μένα. Όμως πλάτη να σπρωξει ή χέρι στην τσέπη δεν έβαζε. Κι'από πάνω, κατάλαβα οτι με θεωρεί χυδαία: χαμένη, τσόκαρο και ψεύτρα. Δεν με εμπιστεύεται, λέει το ζώον. Θύμωσα πάρα πολύ με τον τεράστιο εγωϊσμό του - αποφάσια να τον διαγράψω. "Τί αξίζει να ζείς; Σκοτώνουν τ'άλογα όταν γεράσουν!" τού'πα. Καλα να πάθω: αφού αγάπησα τέτοιο νούμερο άχρηστο, αχάριστο και αναίσθητο - που κακό ψόφο νάχει.
Διότι εγώ ανήκω στη ζωή, προσφέρω. Και όσο αναπνέω, τρία πράγματα υπερασπίζομαι: αγάπη, δίκαιο, ελευθερία. Και αν προδώσω τις αρχές μου, να μη με λένε ΤσουΛί. Capisce?

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

1+1

Ο Έρωτας δεν θά'ναι πια σχέση Άνδρα με Γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο. Θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση - γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, ενάρετος και καθάριος σ'όλα εκείνα που σμίγει και χωρίζει. Θά'ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε με αγωνία και μόχθο: δυο μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα οριοθετούν και θα αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο.
R.M. Rilke, Γράμματα σ'ένα νέο ποιητή, VII. Ρώμη, 14.05.1904

Κι' απόψε την ένιωσα - ξανά. Το κάθε τί στην παρουσία της είναι η τελειότητα της Γυναίκας. Κάθε ανάσα της άρωμα που με μεθάει. Κάθε κίνηση χορός που αιχμαλωτίζει τη ματιά μου. Η φωνή της αχτίδα που βάφει πορφυρά τα σπλάχνα μου. Η ματιά της σφραγίζει ρίγη στο κορμί μου. Το σώμα της Ιερό για τα αναθήματά μου. Το άγγιγμα... Πώς να σκεφτώ το άγγιγμα;
Μα τί είναι αυτό; Γιατί; Μήπως είναι ένα μήνυμα, μια υπενθύμιση; Ένα ίχνος από εποχές αρχαίες και αθώες, πριν η ζωή χωρίσει στα δυό. Ένα κύμα που μαρτυράει στον αφρό τα ύφαλα της ψυχής μου. Εκεί, στο βυθό, όπου κοιμάται το όνειρο του απόλυτου, του θείου έρωτα. Από πάντα - όταν το χέρι Του χάραξε το υπέδαφος της ψυχής μου.
Αυτό είμαι. Δεν γίνεται - δεν πρέπει - αλλιώς. Μην πιστέψτε οτι είναι μαγεία, έργο σκόπιμο ανθρώπων. Μην ψαχνετε μάχη - ο "εχθρός" είναι στο στρατηγείο μου. Πείτε: "ένα θαύμα". Μόνο να ευγνωμονώ μπορώ για αυτή τη χάρη: να λατρεύω μυστικά το άλλο μισό που ζητάει να ενωθούμε - και να το αναζητώ.
Σε κάθε γωνιά. Του δρόμου.

Πολιτεία: Γωνιά-γωνιά (Μ. Θοδωράκης, 1976)

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Ημι-μπαλάντα της απολογίας

Φορούν το χρώμα που δεν έχει χρώμα.
Μιλούν τη γλώσσα που δεν έχει ήχο.
Μάχονται τον εχθρό που δεν έχει όψη.
Είναι εδώ.

Οι ώρες κυλούν, αλλά δεν ξαποσταίνουν.
Το σκοτάδι προκαλεί, αλλά δεν αφήνονται.
Η νύχτα παραπλανά, αλλά δεν χάνονται.
Είναι εδώ.

Πρίγκηπα, όταν σταθούν προ του Βήματος, 
Δες. Θυμήσου. Πες
Είναι εδώ.